Παλιός Nερόμυλος

Ιστορία

Οι νερόμυλοι λειτουργούσαν με την δύναμη του νερού. Σε ένα σημείο ψηλότερα από τον μύλο φτιαχνόταν μια δέση όπου μαζευόταν το νερό και κυλούσε προς το μυλαύλακο. Απο τον μυλαύλακο το νερό έμπαινε στο μυλοβάγενο, που ήταν φτιαγμένο από ξύλο ή συνηθέστερα από τσίγκο όπως αυτό του χωριού μας με λοξή κλήση απ όπου το νερό έπεφτε με μεγάλη ορμή. Στην απόληξη του μυλοβάγενου υπήρχε το σιφούνι, μια στενή οπή, ώστε το νερό να πέφτει με πίεση πάνω στην φτερωτή του μύλου. Το μέγεθος της οπής ρυθμιζόταν χάρη σε ειδικά μεταλλικά πλαίσια, ωστε να ρυθμίζεται η πίεση ανάλογα με την ποσότητα του νερού που έπεφτε. Το νερό έπεφτε με δύναμη πάνω στην φτερωτη, διαμέτρου περίπου 1,5 μ. Η φτερωτή στον μύλο του χωριού μας ήταν βυζαντινού τύπου, δηλαδή οριζόντια. Ένας μεταλλικός άξονας συνέδεε τη φτερωτή με την πάνω μυλόπετρα που κινούταν περιστροφικά, ενώ η κάτω μυλόπετρα έμενε ακίνητη. Οι μυλόπετρες ήταν φτιαγμένες από γρανίτη ή απο άλλο σκληρό πέτρωμα και είχαν διάμετρο 1,10 – 1,30 μ. περίπου. Ο σταυρός ή σηκωτήρι ήταν ένα εξάρτημα του μύλου με το οποίο γινόταν η ανύψωση ή το κατέβασμα της πάνω μυλόπετρας ώστε το άλεσμα να βγαίνει χοντρό ή ψιλό, ανάλογα με την χρήση για την οποία προοριζόταν: ψιλό αλεύρι για ψωμί, χοντρό για μπουλουγούρι ή τραχανά. Πάνω από την μυλόπετρα υπήρχε η κοφίνα στην οποία έριχναν τον καρπό που προοριζόταν για άλεσμα. Το αλεύρι έπεφτε στην αλευροθήκη, που ήταν τοποθετημένη μπροστά από τις μυλόπετρες. Από εκεί ο μυλωνάς με μία σέσουλα το έριχνε στα σακιά. Ένας μύλος μπορούσε να αλέσει μέχρι 1.200 οκάδες (1,5 κιλά περίπου) σιτάρι το δωδεκάωρο. Ανάλογα με τον όγκο των σιτηρών ο μυλωνάς αναγκαζόταν να δουλέψει μέρα – νύχτα. 

Ο συγκεκριμένος νερόμυλος βρίσκεται στην τοποθεσία Μύλος, τοπωνύμιο που οφείλεται στη παρουσία του νερόμυλου, και δεν γνωρίζουμε την ακριβής ημερομηνία κατασκευής του. Λειτουργούσε τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα μέχρι την δεκαετία του 1960. Τελευταίος μυλωνάς ήταν ο μπάρμπα Βασίλης ο Πανάγου (Λαμπράκης) ο οποίος κοιμόταν σε ένα δωματιάκι που υπήρχε δίπλα στο μύλο. Δυστυχώς ο μύλος καταστράφηκε στην μεγάλη πυρκαγιά του 1990 και μετά αφέθηκε στην τύχη του και σιγά – σιγά κατέρρευσε, κατά ένα μεγάλο μέρος του. Σώζεται μονάχα ένα μικρό μέρος του κτιρίου και το ταμπούρι του. Προγραμματίζεται η ανακατασκευή του στα επόμενα χρόνια και η λειτουργία του για εκπαιδευτικούς σκοπούς. 

Οι πληροφορίες πάρθηκαν απο το βιβλίο του Γιώργου Β. Νικολάου “Κρυονέρι (Μάτσανι) Κορινθίας Ιστορία και Καθημερινή Ζωή”

Αναστήλωση Νερόμυλου

Η ιδέα για αποκατάσταση του νερόμυλου ξεκίνησε το 2005, 25 περίπου χρόνια μετά την καταστροφή του από την πυρκαγιά του 1990, με πρωτοβουλία τοπικών φορέων του Κρυονερίου.

Η πρώτη αυτή προσπάθεια υποστηρίχτηκε από τον τότε δήμαρχο Σικυωνίων Παπαγγελόπουλο (2003-2006), ο οποίος ανέθεσε στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο μελέτη αναστήλωσης του μύλου, με σκοπό την ένταξή του για χρηματοδότηση στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα αγροτουριστικής ανάπτυξης LEADER της ΑΝΒΟΠΕ (ΑΝ.ΒΟ.ΠΕ. Α.Ε. Αναπτυξιακή Βορείου Πελοποννήσου). Η προσπάθεια αυτή δεν ολοκληρώθηκε, αφού επήλθε αλλαγή της δημοτικής αρχής.

Τον Απρίλιο του 2024 ξεκίνησε δεύτερη προσπάθεια αξιοποίησης του μύλου από την τοπική κοινωνία. Στο πλαίσιο ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ομάδα νέων εθελοντών του Ευρωπαϊκού Σώματος Αλληλεγγύης, που υπηρετούν επί σειρά ετών στο Κρυονέρι με ευθύνη του συλλόγου ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ, Διαπολιτισμική-Περιβαλλοντική Οργάνωση, πραγματοποιήθηκε παρέμβαση στο μύλο, καθαρίζοντας τα ερείπια που είχαν καλυφθεί με τα χρόνια από την άγρια βλάστηση και απομακρύνοντας από τον αύλειο χώρο τα χώματα της τοιχοποιίας που είχε καταρρεύσει.

Τον Μάιο του 2024 υλοποιήθηκε πρόγραμμα ανταλλαγής του Ελληνογερμανικού Ιδρύματος Νεολαίας (ΕΓΙΝ), με σπουδαστές τεχνικών λυκείων από το Βερολίνο του φορέα Bildungsverein Bautechnik και το ΕΠΑΛ Κιάτου, υπό την επίβλεψη συνοδών καθηγητών, όπου ο μύλος καθαρίστηκε εσωτερικά από τις πεσμένες πέτρες και τα χώματα των τοίχων που είχαν καταρρεύσει, καθώς και ξύλων της καμμένης οροφής, Οι αυθεντικές ποταμίσιες πέτρες καθαρίστηκαν από το χώμα και συγκεντρώθηκαν με προσοχή δίπλα από το μύλο, το δε αυθεντικό δάπεδο αποκαλύφθηκε.

Στη συνέχεια ξεκίνησε η στερέωση των τοίχων που σώζονταν, με παραδοσιακή τεχνική, χρησιμοποιώντας πολύ ασβέστι και ελάχιστο τσιμέντο. Ύστερα από 3 εβδομάδες εργασιών, αποκαταστάθηκαν οι τοίχοι του κτιρίου μέχρι του ύψους των 2 μέτρων περίπου και στερεώθηκαν 2 απο τα 4 παράθυρά του και η κεντρική είσοδος με ξύλινα πρέκια.

Τον Μάιο του 2025 υλοποιήθηκε και πάλι πρόγραμμα ανταλλαγής του Ελληνογερμανικού Ιδρύματος Νεολαίας (ΕΓΙΝ) με συμμετοχή σπουδαστών αφενός του φορέα Bildungsverein Bautechnik και του τεχνικού λυκείου Knobelldorff-Schule OSZ-Bautechnik από το Βερολίνο και αφετέρου του ΕΠΑΛ Κιάτου, που διήρκεσε 3 εβδομάδες.

Στη φάση αυτή ολοκληρώθηκε η αποκατάσταση των τοίχων με πρέκια στα υπόλοιπα παράθυρα και παραδοσιακό σενάζ περιμετρικά του τοίχου. Οι παλιές πέτρες που έλειπαν από τους τοίχους συμπληρώθηκαν από δωρεές παλιάς πέτρας από χαλάσματα του χωριού, οι οποίες προσφέρθηκαν αφιλοκερδώς από τις οικογένειες Γεωργίου Νικολάου και Σοφίας Μαρίνη. Όλα τα υλικά μεταφέρθηκαν από τους ασκούμενους στα χέρια, αφού δεν υπάρχει πρόσβαση για μεταφορικά μέσα στο μύλο. Οι συμβουλές μαστόρων και κατοίκων του Κρυονερίου ήσαν πολύτιμες για το έργο αυτό.

Τον Φεβρουάριο του 2026 στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος εμπειρογνωμόνων του Ελληνογερμανικού Ιδρύματος Νεολαίας (ΕΓΙΝ) στο Βερολίνο, παραβρέθηκε ο γ.γ. του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Γλούμης-Ατσαλάκης, αρμόδιος για το Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας και αφού ενημερώθηκε για τις ανταλλαγές νέων που γίνονται στο Κρυονέρι σχετικά με το νερόμυλο, έδειξε ενδιαφέρον να επισκεφθεί το έργο τον Μάιο του 2026, όταν θα υλοποιηθεί και πάλι πρόγραμμα ανταλλαγής σπουδαστών τεχνικών λυκείων από το Βερολίνο και το Κιάτο, το οποίο θα διαρκέσει 3 εβδομάδες.

Ο νεοσύστατος Σύνδεσμος Φορέων Κρυονερίου σε συνεργασία με το Τοπικό Σύμφωνο Ποιότητας Βόρειας Πελοποννήσου υποστηρίζει την ολοκλήρωση της αποκατάστασης του μύλου σε στενή συνεργασία με την τοπική κοινωνία.